Приказивање постова са ознаком στιγμές. Прикажи све постове
Приказивање постова са ознаком στιγμές. Прикажи све постове

субота, 15. септембар 2012.

ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΥ ΖΩΗ Δ'


            Η ομάδα μας ήταν γνωστή ως « ομάδα των τρελών και καταδικασμένων».
Δουλέψαμε έξω όταν έβρεχε , σπρώχναμε το τρακτέρ όταν το χιόνι ήταν πάνω από τα γόνατά μας. Φορτώναμε  τις νταλίκες . Κουβαλάγαμε όλη την ημέρα  σάκους με πατάτες. Μετέφερα τριάντα κιλά στον ώμο μου ενώ είχα 45 κιλά. Κανένας  δε μας εκτιμούσε εκτός από τους λαθρεμπόρους που κέρδιζαν το χρόνο λόγω της ταχύτητάς  μας με την οποία φορτώναμε τα φορτηγά τους.

            Για να μας δείξουν πως μπορούν να μας κάνουν ό,τι  θέλουν μας ανάγκαζαν
να σκάβουμε με φτυάρια  τα σάπια φρούτα που είχαν ανακατευτεί με τα σκατά.
-Άιντε , σκάψτε, πιο βαθιά! Ψάξε με τα χέρια σου, δε θα πάθεις τίποτα..!- φώναζε η προϊστάμενη τρώγοντας τα σπόρια. – Να τελείωνες σχολείο για να μη γινόσουν εργάτρια – έλεγε εάν κάποια από τις γυναίκες τολμούσε να της πει κάτι.
            Η μόνη που μπορούσε να την «κανονίσει »ήταν η γιαγιά Πέκε. Ήταν ήδη πενήντα χρονών και όλη της τη ζωή δούλευε για μεροκάματο.
- Εσύ, προϊσταμένη , ξέρεις γιατί είσαι έτσι, ε;
- Γιατί, Πέκε;
- Γιατί δεν έχεις άνδρα. Άκου που σου λέει η γιαγιά….
            Η δουλειά σταμάτησε αμέσως και άρχισε το γέλιο.
     Το γέλιο που κάναμε πλήγωσε την προϊσταμένη, αλλά δεν είπε τίποτα.
- Γυναίκες, πάω στα γραφεία και εσείς όταν τελειώσετε από δω πηγαίνετε στην αποθήκη…
- Καλά της είπες της βρόμας, Πέκε!
-Μα, δεν μπορεί κανείς να τα βάλει με τη γιαγιά Πέκε, βρε γυναίκες, γιατί η γιαγιά έχει δει πολλά! Τώρα θα μας αφήσει ήσυχες.
            Ποτέ ξανά δε μας έβαλε να φτυαρίσουμε τα σάπια και τα σκατά.
Ακόμα και « τρελοί και καταδικασμένοι» έχουν ψυχή που κάποιες στιγμές νιώθει ότι έχει χορτάσει τις προσβολές .

ΣΑΝΙΑ ΒΟΪΝΟΒΙΤΣ 2012.

ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΥ ΖΩΗ Γ'


      Όταν έκανε πολύ κρύο , τόσο κρύο που το νερό στον κουβά έγινε πάγος ,
ο προϊστάμενος μας έδινε να πιούμε κρασί. Ήμασταν  είκοσι άτομα που δουλεύαμε στις αποθήκες. Μερικοί γίνανε αλκοολικοί εξαιτίας της συνήθειας να διώχνουμε το κρύο με το ποτό.
Στη γραμμή του μετώπου που βρισκόταν κάπου δεκαπέντε χιλιόμετρα πιο μακριά ακουγόταν τα τανκς. Όταν πηγαίναμε να πετάξουμε τα σάπια φρούτα τα ακούγαμε και δε λέγαμε τίποτα – μας έφταναν οι δικές μας συμφορές και πείνα.                                           

Ο νεαρός που εργαζόταν μαζί μου ήταν μόνο πέντε χρόνια μεγαλύτερός μου
και ήδη δεν είχε δόντια. Οδηγούσε τρακτέρ και βοηθούσε στις αποθήκες. Κάπνιζε πολύ. Οι κοπέλες από τα γραφεία δεν τον συμπαθούσαν. Ήταν πρόσφυγας και φτωχός. Οι γραφειοκράτες μας αποκαλούσαν με διάφορα ονόματα. Γέλαγαν όταν ερχόμασταν να ζητήσουμε το μεροκάματο. Τους λερώναμε τα γραφεία και βρομάγαμε.


          Όταν είσαι φτωχός φταις. Εμείς ήμασταν η απόδειξη ότι  η φράση αυτή 
αληθεύει .

ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΥ ΖΩΗ Β'


            Δούλευα όλη την ημέρα κάθε μέρα για ένα ολόκληρο μήνα για χρήματα που ήταν αρκετά για να πάρω ένα κιλό ζάχαρη – με προϋπόθεση να έβρισκα τη ζάχαρη στη λεγόμενη «μαύρη αγορά».
            Η δουλειά ήταν δύσκολη και κουραστική. Το φαί λιγοστό. Ήμουν ντυμένη στα κουρέλια. Έφτασα 45 κιλά. Ήμουν σκιά που εργαζόταν για ένα κομμάτι ψωμί .
Και στο τέλος δε με πλήρωσαν.
            Θαρρώ να πω πως ξέρω τη ζωή καλά.





ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΥ ΖΩΗ Α'


Το βράδυ χτύπησαν την πόρτα.
-Άρχισε!- φώναξε ένα γειτονόπουλο και έτρεξε κάτω στις σκάλες.
            Δε χρειαζόταν να μας το πει – το πολύφωτο κουνιόταν ακόμα μετά από το πρώτο χτύπημα που έγινε κάπου τριάντα χιλιόμετρα πιο μακριά από την πόλη.
            Δεν είχαμε που να πάμε. Βγήκαμε έξω από την πολυκατοικία. Μεταξύ μας λέγαμε τα νέα. Πάνω από τα κεφάλια μας ακουγόταν τα αεροπλάνα.
- Έρχονται και πάλι – είπε κάποιος .
            Κάθε κίνηση και κάθε ψίθυρος είχαν σταματήσει. Άκουγα το χτύπο της καρδιάς μου μέσα στο κεφάλι μου , λες και ένα ρολόι ήταν εκεί μέσα και έκανε «τικ- τικ » ανά δευτερόλεπτο.
            Στα έργα – κινηματογραφικά έργα- όταν περιγράφουν φόβο δείχνουν φωνές. Εδώ δεν υπήρχαν φωνές, δεν υπήρχε κλάμα ούτε δάκρια υπήρχαν. Είχαμε μάθει ότι
« αυτός που υπομένει αυτός και σώζεται» . Τίποτα δεν ήταν στα χέρια μας ούτε καν οι ζωές μας. Η ζωή κρεμόταν από τη σύμπτωση .Η «σύμπτωση» αυτή που κυβερνούσε τη μοίρα μας είχε ένα πρόσωπο που δεν το γνωρίσαμε , είχε ένα ξένο όνομα και ερχόταν από τις χώρες που – για περισσότερους από εμάς – ήταν μόνο μέρη που τα είδαμε στους χάρτες και στις ειδήσεις.

- Πού είναι το Αβιανό; Κάπου στην Ιταλία, ε; Από κει τα στέλνουν, έτσι άκουσα – έλεγε ένας γείτονας σουφρώνοντας τα φρύδια του.
            Τα αστέρια έστελναν το χλομό τους φως κάτω στη Γη. Θα γίνει το μόνο φως που έχουμε, που δεν μπορούσε να μας το πάρει κανείς. Όλα τα άλλα μας είχαν πάρει. Ήμασταν και τυχεροί μόνο που δεν το ξέραμε τότε περιμένοντας την αυγή για εβδομήντα όχτο ολόκληρα μερόνυχτα. 
                  ΣΑΝΙΑ ΒΟΪΝΟΒΙΤΣ