Приказивање постова са ознаком ιστορίες. Прикажи све постове
Приказивање постова са ознаком ιστορίες. Прикажи све постове

субота, 15. септембар 2012.

ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΥ ΖΩΗ Γ'


      Όταν έκανε πολύ κρύο , τόσο κρύο που το νερό στον κουβά έγινε πάγος ,
ο προϊστάμενος μας έδινε να πιούμε κρασί. Ήμασταν  είκοσι άτομα που δουλεύαμε στις αποθήκες. Μερικοί γίνανε αλκοολικοί εξαιτίας της συνήθειας να διώχνουμε το κρύο με το ποτό.
Στη γραμμή του μετώπου που βρισκόταν κάπου δεκαπέντε χιλιόμετρα πιο μακριά ακουγόταν τα τανκς. Όταν πηγαίναμε να πετάξουμε τα σάπια φρούτα τα ακούγαμε και δε λέγαμε τίποτα – μας έφταναν οι δικές μας συμφορές και πείνα.                                           

Ο νεαρός που εργαζόταν μαζί μου ήταν μόνο πέντε χρόνια μεγαλύτερός μου
και ήδη δεν είχε δόντια. Οδηγούσε τρακτέρ και βοηθούσε στις αποθήκες. Κάπνιζε πολύ. Οι κοπέλες από τα γραφεία δεν τον συμπαθούσαν. Ήταν πρόσφυγας και φτωχός. Οι γραφειοκράτες μας αποκαλούσαν με διάφορα ονόματα. Γέλαγαν όταν ερχόμασταν να ζητήσουμε το μεροκάματο. Τους λερώναμε τα γραφεία και βρομάγαμε.


          Όταν είσαι φτωχός φταις. Εμείς ήμασταν η απόδειξη ότι  η φράση αυτή 
αληθεύει .

ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΟΥ ΖΩΗ Α'


Το βράδυ χτύπησαν την πόρτα.
-Άρχισε!- φώναξε ένα γειτονόπουλο και έτρεξε κάτω στις σκάλες.
            Δε χρειαζόταν να μας το πει – το πολύφωτο κουνιόταν ακόμα μετά από το πρώτο χτύπημα που έγινε κάπου τριάντα χιλιόμετρα πιο μακριά από την πόλη.
            Δεν είχαμε που να πάμε. Βγήκαμε έξω από την πολυκατοικία. Μεταξύ μας λέγαμε τα νέα. Πάνω από τα κεφάλια μας ακουγόταν τα αεροπλάνα.
- Έρχονται και πάλι – είπε κάποιος .
            Κάθε κίνηση και κάθε ψίθυρος είχαν σταματήσει. Άκουγα το χτύπο της καρδιάς μου μέσα στο κεφάλι μου , λες και ένα ρολόι ήταν εκεί μέσα και έκανε «τικ- τικ » ανά δευτερόλεπτο.
            Στα έργα – κινηματογραφικά έργα- όταν περιγράφουν φόβο δείχνουν φωνές. Εδώ δεν υπήρχαν φωνές, δεν υπήρχε κλάμα ούτε δάκρια υπήρχαν. Είχαμε μάθει ότι
« αυτός που υπομένει αυτός και σώζεται» . Τίποτα δεν ήταν στα χέρια μας ούτε καν οι ζωές μας. Η ζωή κρεμόταν από τη σύμπτωση .Η «σύμπτωση» αυτή που κυβερνούσε τη μοίρα μας είχε ένα πρόσωπο που δεν το γνωρίσαμε , είχε ένα ξένο όνομα και ερχόταν από τις χώρες που – για περισσότερους από εμάς – ήταν μόνο μέρη που τα είδαμε στους χάρτες και στις ειδήσεις.

- Πού είναι το Αβιανό; Κάπου στην Ιταλία, ε; Από κει τα στέλνουν, έτσι άκουσα – έλεγε ένας γείτονας σουφρώνοντας τα φρύδια του.
            Τα αστέρια έστελναν το χλομό τους φως κάτω στη Γη. Θα γίνει το μόνο φως που έχουμε, που δεν μπορούσε να μας το πάρει κανείς. Όλα τα άλλα μας είχαν πάρει. Ήμασταν και τυχεροί μόνο που δεν το ξέραμε τότε περιμένοντας την αυγή για εβδομήντα όχτο ολόκληρα μερόνυχτα. 
                  ΣΑΝΙΑ ΒΟΪΝΟΒΙΤΣ